Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

vital structure


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο structure παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: vital
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
structure n([sth] constructed: building etc.)κατασκευή ουσ θηλ
  κατασκεύασμα ουσ ουδ
 (κτιριακό έργο)οικοδόμημα ουσ ουδ
  κτίσμα, κτίριο ουσ ουδ
 The structure housed businesses on the ground floor.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η κατασκευή περιλαμβάνει και θέσεις στάθμευσης στο υπόγειο.
 Στο ισόγειο του κτιρίου στεγάζονται επιχειρήσεις.
structure [sth] vtr(design)συγκροτώ, οργανώνω ρ μ
 (καθομιλουμένη)καταστρώνω ρ μ
 We should structure a plan that will solve the problems.
 Θα πρέπει να συγκροτήσουμε (or: οργανώσουμε) ένα σχέδιο για να λύσουμε τα προβλήματα.
 Θα πρέπει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο για να λύσουμε τα προβλήματα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
structure n(construction)κατασκευή ουσ θηλ
  κατασκεύασμα ουσ ουδ
 The steel structure was erected in days.
structure n(framework)δομή ουσ θηλ
 The structure of the plan is simple.
structure n(organization of sthg)δομή, διάρθρωση ουσ θηλ
 The military has a complex structure, with both combat and logistics units.
structure n(complex system)δομή ουσ θηλ
 The molecular structure of this compound is difficult to replicate.
structure n(makeup)δομή, διάρθρωση ουσ θηλ
 The structure of our company encourages innovation.
structure [sb/sth] into [sth] vtr(incorporate)ενσωματώνω ρ μ
 We will structure experienced staff members into the unit.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bone structure n(composition of the skeleton) (σκελετός)δομή οστών φρ ως ουσ θηλ
bone structure n(face: defined cheekbones) (στοιχείο ομορφιάς)έντονα ζυγωματικά επίθ + ουσ ουδ πλ
class structure n(social hierarchy)ταξική διαστρωμάτωση ουσ θηλ
 A caste system is a highly formalized class structure.
data structure n(organizational format of data)δομή δεδομένων φρ ως ουσ θηλ
organic structure n(whole system)οργανική διάρθρωση ουσ θηλ
organic structure n(system evolved without a plan)οργανική διάρθρωση ουσ θηλ
organization structure,
also UK: organisation structure
n
(company hierarchy)δομή της οργάνωσης περίφρ
  δομή του οργανισμού περίφρ
parallel structure n(repeated grammatical construction)παράλληλη δομή επίθ + ουσ θηλ
  παράλληλη σύνταξη επίθ + ουσ θηλ
physical structure n(structure of an organism)φυσική διάρθρωση ουσ θηλ
power structure n(system of authority)δομή εξουσίας φρ ως ουσ θηλ
retaining structure n(wall preventing landslide)κατασκευή αντιστήριξης ουσ θηλ
 The earthquake caused the failure of most of the retaining structures.
sentence structure n(syntax)συντακτική δομή έκφρ
 Using simpler sentence structure would make your writing easier to read.
social structure n(sociology)κοινωνική δομή επίθ + ουσ θηλ
  δομή της κοινωνίας φρ ως ουσ θηλ
stage structure n(platform or support for performing) (εγκατάσταση)σκηνή ουσ θηλ
syntactic structure n(arrangement of a sentence)συντακτικό ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση vital structure στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «vital structure».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!